“Πάμε να δούμε τα αστέρια! Θα ξαπλώσουμε και θα κοιτάξουμε ψηλά τον ουρανό!

2016-06-02 22:53

Το θυμάσαι εκείνο το βράδυ μας; Μου είχες προτείνει μια βόλτα... ήταν αργά, ποτέ δεν μου είχες ζητήσει να βγούμε τέτοια ώρα...

Πάμε να δούμε τα αστέρια! Θα ξαπλώσουμε και θα κοιτάξουμε ψηλά τον ουρανό! Ο ουρανός τον Ιούνιο είναι υπέροχος το βράδυ!”.

Σταματήσαμε και πήραμε μπύρες! Το ανέβασμα μέχρι το λόφο στο γνωστό μας μέρος ήταν κουραστικό, λαχάνιασα! Το φεγγάρι από πάνω του, πίστευες πως το πλησιάζεις καθώς ανεβαίνεις όλο και πιο ψηλά!

Φτάνοντας όμως με αποζημίωσες! Ο ουρανός, αν και νύχτα, φωτεινός από τ’ αστέρια, αντικατοπτρίζονταν υπέροχα στη θάλασσα! Νόμιζα πως υπήρχαν δύο ουρανοί-στο είπα και γέλασες!

 

Πόσο όμορφα γελούσες! Το πρόσωπό σου τότε έλαμπε, τα μάτια σου σπινθήριζαν μέσα στη νύχτα, δυο μάτια πονηρά, αλλά και ειλικρινή με το βλέμμα σου κατευθείαν να αγγίζει τα πιο μακρινά μου μονοπάτια.

Ήσουν όμορφη...πάντα ήσουν! Σε θυμόμουν από παλιά, εκεί στα στενά της γειτονιάς μας. Ένα μελαχρινό κορίτσι που μεγαλώνοντας φαινόσουν ακόμη πιο μαγική, ακόμη πιο απρόσιτη για εμάς. Ποτέ δεν φανταζόμουν ότι θα μπορούσα να σε πλησιάσω, έστω για λίγο, να χαϊδέψω τα μαλλιά σου, να μυρίσω τις μυρωδιές σου, να κοιτάξω βαθύτερα τα μάτια σου! Αχ αυτά τα μάτια σου!

Πόσες φορές δεν τα ονειρεύτηκα! Πόσες φορές δεν τα αναζήτησα μέσα στο πλήθος... και κάπου εκεί πάντα χανόσουν...

Ξαπλώσαμε κάτω, ήμασταν τόσο μαγεμένοι που δεν μας ενδιέφερε το χώμα στο σώμα μας. Κοιτούσαμε μόνο τον ουρανό! Ήξερα πολλά από τα αστέρια και προσπαθούσα να σε εντυπωσιάσω με τις γνώσεις μου. Η μικρή και η μεγάλη άρκτος, η Ανδρομέδα το νεφέλωμα του Ωρίωνα και άλλα τόσα... Χαμογελούσες... σου άρεζε να με ακούς!

Εσύ από την άλλη, μιλούσες πάντα λίγο, όμως τα λόγια σου έφταναν πάντα μέσα μου. Άλλες φορές τα καταλάβαινα, άλλες πάλι σε ρωτούσα. Ήμουν βλέπεις πάντα τόσο απορροφημένος από τα μάτια σου που πολλές φορές δεν σε άκουγα-μου αρκούσε απλά να σε κοιτάζω!

“Δεν είναι τέλεια;” με ρώτησες συνεχίζοντας να κοιτάς τον ουρανό. Γύρισα και σε κοίταξα, ακόμη μια φορά. Ποτέ δεν ήταν αρκετό, ποτέ δεν μου έφτανε! Δεν απάντησα, την απάντηση την ξέραμε και οι δυο. Όταν ήμασταν μαζί, ήταν πάντα τέλεια!

Η ώρα πέρασε και στο βάθος ήδη φαινόταν πως το ξημέρωμα ήταν κοντά! Ατελείωτα βράδια μαζί σου, ατελείωτα ξενύχτια, με ποτό, κουβέντες, σχέδια, όνειρα, τσακωμούς και πάλι τρυφερότητες!

Παίρνοντας τον δρόμο της επιστροφής, αυτή τη φορά κατηφόρα όμως πάλι καθυστερήσαμε. Σα να μη θέλαμε να τελειώσει αυτή η βραδιά, σα να μη θέλαμε να τελειώσει ο δρόμος, σαν να φοβόμασταν το ξημέρωμα. Πάντα φοβόμασταν το ξημέρωμα. Κάθε ξημέρωμα χωριζόμασταν. Συνήθως, έτσι απλά, χωρίς αιτία, χωρίς εξηγήσεις, απλά χωριζόμασταν.

Ειδικά το σημερινό ξημέρωμα... ήταν διαφορετικό. Είχε μέσα του πόνο, είχε αποχωρισμό, μύριζε θλίψη. Ναι θλίψη. Σαν κάθε αποχωρισμό.

Μου κρατούσες το χέρι σφικτά, τις περισσότερες φορές αυτό έκανες. Δεν ήθελες να με χάσεις, δεν ήθελες να με αποχωριστείς, ούτε για λίγο. Αυτό το σφίξιμο όμως, το νιώθαμε αλλιώτικο. Ξέραμε πως είναι αλλιώτικο. Όσο ξημέρωνε τόσο ο δρόμος μπροστά μας λιγόστευε και εκεί στο τέλος θα αφήναμε τα χέρια.

Θα νιώθαμε την τελευταία μας ανάσα, θα κάναμε την τελευταία μας μάλλον αγκαλιά, το τελευταίο μας φιλί. Εκείνο το φιλί είχε γεύση καλοκαιριού, σαν τα φιλιά που ανταλλάζαμε κρυφά στη γειτονιά λίγο πριν μαζευτούμε σπίτι. Εκείνο το φιλί, ήταν δροσερό, δεν είχε τη γνωστή σου γεύση.

Πρέπει να φύγεις. Φοβάσαι. Και γω φοβάμαι. Πρέπει να φύγω...

“Να προσέχεις...Αντίο!”

 

 

Γ.Ι.