Γέρασες γενναίε μου. Γεράσατε. Μαζί.

2016-02-29 22:14

Είχες μια φυσιολογική ζωή. Ήσουν ήρεμος...ήσυχος μέσα σου, απολάμβανες την απόλυτη γαλήνη, στη ψυχή σου, στο σώμα σου, στις στιγμές σου! Είχες τη δουλειά σου τακτοποιημένη, όσο γίνεται τέλος πάντων. Ξυπνούσες το πρωί, κοιτούσες τη γυναίκα σου, έπινες γρήγορα τον καφέ σου, φιλούσες τα παιδιά σου, προσεκτικά μην τα ξυπνήσεις και έφευγες. Κάθε μέρα το ίδιο πρόγραμμα, κάθε μέρα οι ίδιες συνήθειες. Όμως δεν ήταν μονότονο, δεν βαρέθηκες, δεν διαμαρτυρήθηκες ποτέ. Σου άρεζε.

Η μέρα σουκουραστική, αγχωτική, πίεση και δυσκολίες. Και πάλι όμως εσύ εκεί, βράχος που αντέχει τα κύματα, μέρα νύχτα, χειμώνα καλοκαίρι, άλλοτε απαλά να σε δροσίζουν, άλλοτε σκληρά και παγωμένα, να διαβρώνουν το κορμί σου. Εσύ όμως εκεί.

 

Κανείς δεν καταλάβαινε τίποτα. Τα είχες όλα τακτοποιημένα γενναίε μου! Σε θαύμαζα. Όλοι σε θαύμαζαν. Σε καμαρώνανε, οι γονείς σου, η γυναίκα σου, περήφανοι για σένα. Οι φίλοι σου σε ζήλευαν, με αγάπη όμως και χαρά για σένα. Ήσουν πρότυπο.

Έπρεπε να είσαι πάντα έτοιμος, πάντα σωστός και τυπικός. Σαν τον πραγματικό άντρα, τον άντρα άλλης εποχής, ξεπερασμένων χρόνων, νοσταλγικών περιόδων. Εκείνον που στεκόταν στο σπίτι αρχηγός, δίπλα όμως πάντα στη γυναίκα του, ευγενικός, προστατευτικός.

 

Και μια μέρα την είδες! Ξαφνικά, δίπλα σου, μόλις είχες ξυπνήσει. Με εκείνο το βλέμμα που σε μαγνητίζει, σε κοίταξε. Με εκείνο το βλέμμα που πριν χρόνια σε κοίταξε για πρώτη φορά και ένιωσες την καρδιά σου να σχίζεται στα δυο, σαν χέρια που προσπαθούν να περάσουν από συρματόπλεγμα και κόβονται, και ματώνουν και πονούν. Αλλά συνεχίζουν γαντζωμένα στα σύρματα, στην προσπάθειά τους να περάσουν απέναντι, έτσι ένιωσες σαν να θες να την πλησιάσεις τότε, ακόμη και αν ήξερες πως θα σχιστείς, πως θα ματώσεις. Το δοκίμασες. Το κατάφερες, την άγγιξες! Πόνεσες, μάτωσες, ερωτεύθηκες, αγάπησες, γέννησες, κουράστηκες, σκέφτηκες, ξανασκέφτηκες, αποφάσισες. Κάποιες φορές σκέφτηκες να φύγεις αλλά δεν το έκανες. Διάλεξες να μείνεις μαζί της, υποφέροντας, υπομένοντας. Επέλεξες να πίνεις από τις πηγές της, δεμένος μαζί της, σαν άλλος Οδυσσέας στο κατάρτι. Άκουγες τις σειρήνες της και εκστασιαζόσουν. Και έμεινες μαζί της μια ζωή. Μεταξύ μας, και αυτή τα ίδια ένιωθε, τα ίδια σκεφτόταν.

 

Όμορφα χρόνια, σαν ταινία περνούσαν από τα μάτια σου...πρωταγωνιστές οι δυο σας, κομπάρσοι πολλοί, γέλια, κλάματα, χαρά και λύπη, ταξίδια, αναμνήσεις, εμπειρίες, δυσκολίες, ευτυχία και πόνος μπερδεμένα σαν άλυτοι κόμποι, σαν συντρίμμια μιας σχέσης στο τέλος της.

 

Γέρασες γενναίε μου. Γεράσατε. Μαζί. Αγαπημένοι. Δεμένοι. Και τώρα που ξύπνησες ήταν δίπλα σου. Γερασμένη και αυτή αλλά το ίδιο όμορφη στα μάτια σου. Το ίδιο νέα, το ίδιο γεμάτη, ζωντανή, με όρεξη για ζωή και όνειρα. Αλλά το σώμα της όχι, αδυνατούσε να συμμετέχει σε αυτό. Το ίδιο και το δικό σου.

 

Περάσανε τα χρόνια, σαν ταινία περνούσαν από τα μάτια σου... πρωταγωνιστές οι δυο σας, κομπάρσοι πολλοί...

Γιατί πιστέψατε στο όνειρο. Πιστέψατε στην αγάπη, στον έρωτα, στα κοινά.

Και το ζήσατε με αγάπη, έρωτα και κοινά!

 

Γ.Ι.