Αυτό που σε κρατάει ζωντανό!

2015-07-11 03:46

 

 

 

 

 

Ήσουν τρομαγμένη...ξανά! Τινάχτηκες και κάθισες στο κρεβάτι. Δίπλα μου... ο ιδρώτας έτρεχε στο πρόσωπό σου, δίνοντας σου μια λάμψη στο σκοτάδι. Φοβισμένη, ανήσυχη...

“ένα όνειρο...ένα πολύ άσχημο όνειρο...ένας εφιάλτης... κοιμήσου”, είπες και αναστέναξες...

Σηκώθηκες αθόρυβα και έριξες το πουκάμισό μου επάνω σου. Το άσπρο μου πουκάμισο.. ήταν μεγάλο για σένα αλλά σου άρεζε.

Σε είδα από τη μισόκλειστη πόρτα, να κάθεσαι στο γραφείο μου. Χαρτιά, ένα μολύβι και ένα ποτήρι νερό. Μισογεμάτο...όπως ακριβώς συνήθιζες να βλέπεις τα πράγματα... Πάντα χαμογελούσες, ήσουν το στήριγμα όλων, δυναμική, ήρεμη, αισιόδοξη. Όλοι σε ζήλευαν. “Eίσαι τυχερός”, μού έλεγαν. Όμως τις νύχτες; όταν έμενες μόνη σου..;

Ξεκίνησες να γράφεις. Σε παρατηρούσα συνέχεια, το χέρι σου άλλοτε έγραφε γρήγορα και γέμιζες σελίδες, άλλοτε κόμπιαζε, σταματούσε...αποσιωπητικά...σκεφτόσουν. Σκεφτόσουν όλα όσα ήθελες να μου πεις αλλά δεν μπορούσες. Τα έγραφες... ήταν οι δικές σου σκέψεις, οι λέξεις που σε ξυπνούσαν μέσα στη νύχτα, ποτέ όμως δεν τολμούσες να τις πεις δυνατά. Αυτές οι σκέψεις, αυτές οι λέξεις ήταν το μόνο που μας χώριζε, το μόνο που θα μπορούσε να μας χωρίσει. 

Φοβόσουν, όπως και τώρα, φοβόσουν εμένα, τις δικές μου λέξεις. Τις απαντήσεις μου, τις δικαιολογίες μου, τις υποσχέσεις μου. Φοβόσουν να με ακούσεις, φοβόσουν τι θα πω...φοβόσουν εμένα.

Σταμάτησες για λίγο. Ήθελες να ξαποστάσεις, να ξεκουράσεις το χέρι σου, μαζί και τις σκέψεις σου. Το κερί δίπλα σου τρεμόπαιζε, σαν να έκανε παρέα στους παλμούς σου. Ήσουν ακόμη ανήσυχη, όμως τώρα πιο φωτεινή, σε έβλεπα πιο καθαρά!

Ποτέ δεν μου μίλησες για όλα αυτά. Πάντα τα έγραφες, συρτάρια ολόκληρα γεμάτα με τις σκέψεις και τους φόβους σου. Πάντα κλειδωμένα.

Τώρα όμως είσαι ελεύθερη! Μπορείς και τα γράφεις χωρίς να σε ακούω, χωρίς να τα βλέπω. Γράψε, μη σταματάς!

Δάκρυα... τα μάτια σου γεμίσαν δάκρυα, αλλά εσύ συνεχίζεις... Άλλη μια άσχημη σκέψη περνά σαν φως από τα μάτια σου, από τα μάτια της ψυχής σου, κλαις αλλά συνεχίζεις να γράφεις... Τί γράφεις; 

Γιατί δεν τόλμησες ποτέ να τα πεις δυνατά; Γιατί χρειάζεσαι τόσα βράδια να γράφεις; Τι φοβάσαι;

Η νύχτα μικραίνει, ο χρόνος κυλά, δεν μπορώ να τον σταματήσω...και είμαι τόσο κουρασμένος. Τα μάτια μου σιγοκλείνουν, προσπαθώ να ρουφήξω τις τελευταίες μου ματιές από τη μισόκλειστη πόρτα που άφησες. Τα χέρια μου απλωμένα να σε αγγίξουν ίσα που ακουμπούν τη μορφή σου, είσαι μακρυά. Και όσο προσπαθώ να παραμείνω ξύπνιος, να σε απολαύσω λίγο ακόμη, να μαντέψω τις σκέψεις σου...τόσο πιο πολύ χάνεσαι στο φως του κεριού...

Κάθε νύχτα το ίδιο. Κάθε φορά που κοιμάμαι με ξυπνάς, αναστατωμένη, τρομαγμένη, περιμένοντας καρτερικά το ξημέρωμα.

Κάθε νύχτα σελίδες ολόκληρες με σκέψεις διάσπαρτες, μπερδεμένες κι αυτές, παλεύουν να με κρατήσουν ζωντανό.

Κάθε νύχτα η ύπαρξή μου με συντροφεύει στο ξημέρωμα. Άλλοτε με κοιμίζει αγκαλιά της και άλλοτε γεμίζει τις σελίδες μας...

 

Γ.Ι.