οδός Αθηνάς...

2015-02-21 20:19

Πέρασαν περίπου 17-18 χρόνια...ίσως και λίγα περισσότερα...Τέλη δεκαετίας '90...

Αθηνάς με Μητροπόλεως, Τζαμί, Λουτρά...

Η γειτονιά μας... οι δρόμοι μας...τα παιχνίδια και οι αναμνήσεις μας!

Θυμάμαι... θυμάμαι το “παλιόσπιτο”, στέκι χρηστών και αστέγων, άρρωστων και στιγματισμένων, μικροβίων και φόβων. Απέναντι από το σπίτι μου... πάντα έβγαινε μια άσχημη μυρωδιά. Άλλοτε λόγω των αδέσποτων ζώων και άλλοτε των “αδέσποτων” ανθρώπων, εκείνων που η ζωή ή η συμπεριφορά τους, τους έφερε στη γειτονιά μας. Ο “Κοκκινούλης”, ο άνθρωπος που γυρνούσε στην πόλη με την άγρια όψη και τα λερωμένα ρούχα, με την ανοικτές πληγές στο σώμα του, σωματικές και ψυχικές... όλοι μας τον φοβόμασταν. Όλοι μας!

Όλοι μας; όχι! Ήταν αρκετές φορές που τον πλησίασα, όσο μπορούσα και όσο μου επέτρεπε! Ήταν όντως τρομακτικός, όμως ποτέ δεν μας ενόχλησε... ΑΝ θυμάμαι καλά, εκεί πέθανε. Και από την επομένη, αν και μικρά παιδιά, σαν κάτι να έλειπε από τη γειτονιά μας.

Είχαμε και περίεργους γείτονες, όπως και κάθε άλλη γειτονιά άλλωστε! Συχνά μας έριχναν νερό με το λάστιχο, ακόμη και πέτρες καμιά φορά, όταν εμείς κάναμε περισσότερο σαματά, έτσι για να διασκεδάσουμε!

Τα αυτοκίνητα ήταν λίγα τότε στην Αθηνάς. Και εμείς γνωρίζαμε τους ιδιοκτήτες τους. Ήταν οι γονείς μας, οι γείτονές μας. Και κάθε φορά που έστριβε κάποιος προς τα εκεί, ορμούσαμε παρακαλώντας τον να παρκάρει κάπου πιο πέρα για να μην μας χαλάσει τις εστίες. Παίζαμε ποδόσφαιρο στην κατηφορά άλλωστε!

Παιδικές αλλά και εφηβικές φωνές γέμιζαν τα γύρω στενά. Παίζαμε ελεύθερα κυνηγητό, κρυφτό, “τζαμί” σπάζοντας κεραμίδια από το παλιό σπίτι του Τράντου, το στενό του οποίου οδηγούσε απευθείας στην Μητροπόλεως. Αυτή η κατηφόρα, δεν θα το ξεχάσω ποτέ, γινόταν μια απίστευτη πίστα παγοδρομίου στα πολλά τότε, χιόνια του χειμώνα!

Α! θυμάμαι και μια μηχανή! Μια χαλασμένη, μπορντώ μηχανή, με μια μάυρη σκισμένη σέλα. Ήταν ολάκερο θηρίο, αλλά κάποιοι τολμηροί, όπως εγώ και ο Γιάννης, την καβαλούσαμε. Οι λιγότερο τολμηροί, στεκόντουσαν μπροστά από τη Σιάτρα, φροντίζοντας να κλείσουν για λίγο την κυκλοφορία. Και τότε..... από την κατηφορά των Λουτρών, ξεπεταγόμασταν επάνω στο μηχανάκι, φτάνοντας μέχρι κάτω οπότε και αφήναμε το μηχανάκι να πέσει!!! Ευτυχώς, το παράθυρο από το οποίο έβλεπε η μαμά δεν έφτανε μέχρι εκείνο το σημείο!

Θυμάμαι και την Άνοιξη! Μόλις έμπαινε ο Μάρτης, όλοι μας ετοιμαζόμασταν για πόλεμο! Ανεβαίναμε μέχρι τον Τζίμυ, να πάρουμε τα φυσοκάλαμα και κολλητικές ταινίες, τα όπλα έπρεπε να ξεχωρίζουν, τόσο σε ομορφιά όσο και κυρίως σε χρησιμότητα. Και μόλις τα “στολίζαμε” με το τσαντάκι-μπανάνα, ξεκινούσαμε ένα επικίνδυνο για την εποχή ταξίδι, μέχρι την Παναγιά την Φανερωμένη! Το δασάκι στο 3ο ήταν ένα απέραντο οπλοστάσιο γεμάτο πολεμοφόδια: ρύκια! Δεν θα ξεχάσω τη μυρωδιά τους ποτέ. Φυσικά ούτε και τον πόνο, όταν ο Δημήτρης και ο Μίμης πετύχαιναν τον στόχο τους!

Μπίλιες! Μπαζ! Παράμπαζο και “είναι δικές μου”! Εκεί ομολογώ πως αν και είχα τις πιο όμορφες και σπάνιες, δεν ήμουν τόσο καλός. Και τότε ερχόταν η αδερφή μου για να κερδίσει πάλι πίσω τους χαμένους μου θησαυρούς!

Την άνοιξη διοργανώναμε και εκείνες τις γιορτές...να δεις πως τις λέγανε...Α! Ναί! Ήταν οι γιορτές της άνοιξης! Εκεί, πάντα η Δέσποινα, ως μια καλή οικοδέσποινα, οργάνωνε τις καλύτερες συναντήσεις στη γειτονιά! Λουλούδια, μικρά ζαχαρωτά και καραμέλες, μουσική και ναι, διασκεδάζαμε! Μαζί και η Αννέτα και η Στέλλα, μέχρι αυτή να φύγει για τα Γρεβενά! Μεγάλη στενοχώρια τότε! Αλλά ευτυχώς, χάρη στην άλλη Στέλλα, μετά από 20 χρόνια περίπου είχαμε τη χαρά να ξανασμίξουμε!

Κάπου στο '94-95', ξεκινήσαμε και τα πρώτα μας μαγαζάκια! Ήταν τότε που αρχίσαμε να χειριζόμαστε καλύτερα τα μαθηματικά της κας Μαίρης και κατ' επέκταση, τις δραχμές. Ο καθένας έφερνε ότι δεν χρειαζόταν από το σπίτι του: παλιά αυτοκινητάκια, μολύβια μισοξυσμένα, σβήστρες, κασέτες με τραγούδια κ.ά.. και τα τοποθετούσαμε προς πώληση. Με το χαρτζιλίκι εκείνο, θυμάμαι αγοράζαμε τα αυτοκόλλητα με τους ποδοσφαιριστές ή τα βραχιολάκια-ρολόγια-καραμέλες ή τα παγωτά μπανάνα-πρόσωπο!

 

Η γειτονιά το καλοκαίρι θύμιζε ένα απέραντο πανηγύρι. Ο Κώστας, ο Στέλιος, ο Αλέκος, ο Ντίνος, ο Τέρυς, ο Ηλίας και για λίγο καιρό ο Μπάμπης, οι μεγαλύτεροι της γειτονιάς έκαναν μεγάλο σαματά! Φασαρίες, ποδήλατα, τα πρώτα τσιγάρα, τα πρώτα ερωτικά τιτιβίσματα μας έκαναν να ζηλεύουμε και να βιαζόμαστε! Όμως μας προστάτευαν, μας αγκάλιαζαν και μας έμαθαν με τη σειρά μας αργότερα, να κάνουμε το ίδιο και εμείς στην τελευταία γενιά που έζησε τη γειτονιά στην Αθηνάς. Τα Λουτρά, εστία μολύνσεως τώρα- τότε γινόταν μια κρυφή αποθήκη, τα περάσματα τα ξέραμε μόνο 2-3, και εκεί κρύβαμε τα τσάκανα που κλέβαμε από τον Φούλη, ένα βράδυ σαν το αποψινό. Με βάρδιες που κρατούσαν μέχρι αργά το βράδυ-τότε όλοι μας γυρνούσαμε στο σπίτι και δεν υπήρχε φόβος να μας τα κλέψουν άλλοι- τα προσέχαμε με πάθος. Δεν ήταν μάλιστα και λίγες οι φορές που για να υπερασπιστούμε αυτά που με κόπο μαζέψαμε εμείς ή για να δικαιολογηθούμε για τις κλοπές των άλλων, παίζαμε ακόμη και ξύλο με τους αντιπάλους. Την Κυριακή της Αποκριάς, με αρχηγό τον Χρηστάρα στήναμε τα τσάκανα και ετοιμαζόμασταν για τις μπουμπούνες. Θυμάμαι ακόμη τη συγκίνηση όταν την ανάβαμε, εμείς κρατούσαμε μέχρι τότε, το τελευταίο προπύργιο αυτού του εθίμου, που πλέον γίνεται σε μικρότερη έκταση.

Σήμερα και μετά από καιρό περπάτησα πιο αργά στην Αθηνάς. Κοίταξα τα στενάκια, την κατηφόρα, τον γκρεμό στο σπίτι της Χριστίνας. Σήκωσα το κεφάλι μου προς το σπίτι του Δημήτρη. Το παλιόσπιτο του “Κοκκινούλη” έχει γίνει το γκαράζ του αυτοκινήτου μου και στη θέση του όμορφου σπιτιού του Τράντου με την απεριποίητη από τη φθορά αυλή του, υπάρχει μια νέα πολυκατοικία.

Έχει ησυχία στην Αθηνάς. Και πως να μην έχει αφού ο Κώστας, ο Στέλιος, ο Αλέκος, ο Ντίνος, ο Τέρυς, ο Ηλίας λείπουν. Κάποιοι από αυτούς μετακόμισαν, άλλοι μένουν με τις δικές τους πια οικογένειες. Ο Μίμης, η Νικολέτα και η Στέλλα υπάρχουν στο μυαλό μας, όχι όμως και στην καθημερινότητά μας. Παιδιά πλέον δεν παίζουν στην Αθηνάς. Οι μπίλιες διακοσμούν ένα διαφανές ποτήρι στο γραφείο μου, ο Τζίμυς πέθανε και μαζί με αυτόν και το παιχνίδι με τα φυσοκάλαμα. Ρύκια, μάλλον υπάρχουν και θα εξακολουθήσουν να υπάρχουν, όχι όμως με την ίδια αξία! Τα αυτοκόλλητα, υπάρχουν και αυτά, έγιναν όμως ατομική δραστηριότητα, στο σπίτι.

Έφτασα σπίτι. Κλείνω τη βαριά πράσινη πόρτα της πολυκατοικίας. Ακόμη και εδώ κάποτε συζούσα με τον Γιάννη, τη Λουκία (έκανε δίδυμα πρόσφατα!), τον Μπάμπη, τη Μαρία και τη μεγαλύτερη αδελφούλα τους, η οποία δυστυχώς μας άφησε όλους πολύ νωρίς.

Κλειδώνω την πόρτα. Παράξενο. Αυτό ήταν τρελό για εκείνη την εποχή! Κλειδώνω τις σκέψεις μου, τις αναμνήσεις μου, τα παιχνίδια μου, τους φίλους μου...

Αφιερωμένο...

21/2/2015